Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος. Eleftheria.gr_17/10/2014


Με αφορμή την έκδοση στην Ισπανία, την άνοιξη τουτου τόμου Ποίηση μιας Ατλαντίδος Lírica de una Atlántidaο Βαλέντε έγραψε στις πολιτιστικές σελίδες εφημερίδας της Μαδρίτης ένα σύντομο, ωστόσο ιδιαίτερης βαρύτητας, άρθρο, ενά φωτισμένο σχεδόν σημείωμα, υπό τον τίτλο «Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ στο δικό μας φως του». Εκεί εξέθετε τις ουσιώδεις παρατηρήσεις του, όχι μόνο ως προς την εσωτερική κριτική αξία του ποιητή, αλλά και ως προς τους λόγους για τους οποίους κατόρθωσε δίχως καμιά αμφιβολία να συνιστά έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της ισπανικής γλώσσας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.

μηχανή αδυνατίσματος

Το άρθρο εκείνο εκκινούσε με την εικόνα του νεαρού τότε ποιητή, ο οποίος, μετά βίας δέκα εννιά ετών, έφτανε στα στη Μαδρίτη και ξεκινούσε Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος πορεία του στην ποίηση χαίροντας της στήριξης των μεγάλων ποιητών της προηγούμενης γενιάς. Στα μετεμφυλιακά χρόνια, η απόσταση, η θλιβερή τροπή που πήρε η ποίηση της Ιβηρικής και η κακεντρέχεια των ανθρώπων μετέτρεψαν τον Χιμένεθ σε φιγούρα μεθοδικά αποσιωπημένη, απόμακρη, και της οποίας το έργο, προς ντροπή μας, δεν διέθετε βαρύτητα στο χώρο των γραμμάτων εκείνης της εποχής.

Την εικόνα του έφηβου ποιητή που στις αρχές του 20ου αιώνα καταφθάνει στη Μαδρίτη, την ξαναπιάνει ο Βαλέντε στο τέλος του άρθρου του, προκειμένου να τονίσει τη σπουδαιότητα της συγκεντρωτικής έκδοσης του ύστερου έργου του Χιμένεθ, και μάλιστα με το πέρας του ίδιου αυτού αιώνα, οι αρχές του οποίου είδαν την έκδοση των πρώτων βιβλίων του.

Ο Βαλέντε επεδίωκε έτσι να υποδείξει συμβολικά πως ο αιώνας ξεκίνησε και τελείωσε με την ποίηση του Χιμένεθ: «Τώρα πια ο αναγνώστης θα έχει στη διάθεσή του τα βιβλία, τα οποία δεν είχαμε έως τώρα την ευκαιρία να διαβάσουμε με τον κατάλληλο τρόπο ή την κατάλληλη στιγμή: Από την άλλη πλευρά, Ένα ύψωμα μεσημβρινό, Θεός επιποθούμενος και επιποθών, Ποταμοί που φεύγουν.

Αυτή η επανεμφάνισή τους, με ενωμένες πλέον δυνάμεις, έχει ως αποτέλεσμα εκείνος ο έφηβος του που αναφέραμε στις πρώτες αράδες να κλείνει τώρα τον αιώνα, επιβάλλοντας το ανάστημά του, με όλο το βάθος και τον πλούτο της γλώσσας του. Τα λόγια του Βαλέντε, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικότητα της ποίησης το βεληνεκές του ύστερου έργου του Χιμένεθ, και μάλιστα κατά τρόπο τόσο κατηγορηματικό, είναι λόγια υψίστης σημασίας.

Όχι μόνο υπογραμμίζουν την ιστορική αδικία που επέφερε η αποσιώπηση του ύστερου έργου του Χιμένεθ στην Ισπανία, αλλά Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος καταδεικνύουν την ισχύ που έχει στις μέρες μας —το λιγότερο για μια μειοψηφία, μακάρι ευμεγέθη— η ποίηση που ο ποιητής έγραψε στην Αμερική κατά τα είκοσι τελευταία χρόνια της ζωής του.

Η σπουδαιότητα της μαρτυρίας αυτής μπορεί να τεκμηριωθεί με μιαν αναδρομή στην πρόσληψη, της οποίας έτυχε το ύστερο έργο του Χιμένεθ στην Ισπανία, καθώς και στις ελλιπείς εκδόσεις των τελευταίων δεκαετιών. Ελάχιστοι αρνούνται τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Χιμένεθ στο πρώτο τρίτο του εικοστού αιώνα.

ΙΔΕΕΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.

Η επιρροή του τόσο στην Ισπανία, όσο και στη Λατινική Αμερική, σε μια από τις πιο γόνιμες εποχές στην ιστορία της ισπανόγλωσσης ποίησης υπήρξε καθοριστική και βρίσκεται πέραν πάσης αμφιβολίας. Ωστόσο, ελάχιστοι ήταν και εκείνοι που συνειδητοποίησαν ή θέλησαν να συνειδητοποιήσουν τον παράγοντα της ανανέωσης ή του ποιητικού πλούτου που γέννησαν αργότερα έργα όπως Ρομάντζα στο Κόραλ Γκέημπλς, Χώρος ή Ζώο του βάθους.

Ξένου δε ακόμη και σε όσους υπήρξαν μαθητές του. Από την πλευρά του Σαλίνας και του Γκιγιέν υπήρξε παντελής έλλειψη κατανόησης, όχι μόνο αναφορικά με το Χώρο, αλλά και με ολόκληρο το ύστερο έργο του, έλλειψη με πιθανή αιτία —αν και κάτι τέτοιο διόλου την δικαιολογεί— τη γενικότερη δυσαρέσκεια, με την οποία αντιμετώπιζαν οτιδήποτε σχετιζόταν με το πρόσωπο που κάποτε Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος δάσκαλός τους.

Παρόμοια υπήρξε και η στάση του Λουίς Θερνούδα, ο οποίος από το δεν θα μιλούσε πλέον για τον Χιμένεθ βάσει της οξείας κριτικής του ικανότητας, παρά της ακραίας προσωπικής αντιπάθειας για τον ποιητή που τόσο θαύμαζε στα νεανικά του χρόνια. Το βραβείο Νομπέλ το και η συνακόλουθη διεθνής καταξίωση του Χιμένεθ ελάχιστα βελτίωσαν την κατάσταση.

Στην Ισπανία, πέρα από τις επιβεβλημένες ευκαιριακές εκδόσεις, το ποιητικό έργο, στο οποίο αφιέρωσε τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του, παρέμενε παραγκωνισμένο και —το χειρότερο— ανέκδοτο. Ακόμη και σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή, το εκδοτικό πανόραμα του ύστερου έργου του εξακολουθεί να είναι απόλυτα απογοητευτικό, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων ερευνητών προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Από τους τέσσερις τόμους που περιλαμβάνουν την ποίηση της εξορίας, μόνο το βιβλίο Θεός επιποθούμενος και επιποθών αντίκρισε το φως της δημοσιότητας, αν και πάνε σαράντα χρόνια που δεν αναδημοσιεύεται. Το βιβλίο Ένα ύψωμα μεσημβρινό περιμένει ακόμη την πρώτη του έκδοση. Το Ποταμοί που φεύγουν γνώρισε μονάχα μία έκδοση, τομε ελάχιστη προσοχή από τους κριτικούς και σχεδόν ανύπαρκτη διάδοση. Η έκδοση από την Αουρόρα ντε Αλμπόρνοθ, τοτου βιβλίου Από την άλλη πλευρά δεν γνώρισε έκτοτε άλλη ανατύπωση, και βρίσκεται εδώ και χρόνια εκτός εμπορίου.

Θα έλεγε κανείς πως στην Ισπανία επιδιώχθηκε συστηματικά η απόκρυψη της σπουδαιότητας της ύστερης ποίησης του Χιμένεθ.

φρούτο που βοηθά στην απώλεια βάρους

Ακόμη και σήμερα, υφίσταται μεγάλη άγνοια για την καλύτερη ποίησή του, μια αληθινή εξορία. Η κυριαρχία της τάσης του Ρεαλισμού τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο σήμανε αναμφίβολα μιαν οπισθοδρόμηση της ποίησης στην Ισπανία συγκριτικά με τη λάμψη εκείνης των δεκαετιών του είκοσι και τριάντα. Μια από τις πιο ολέθριες συνέπειες αυτής της κυρίαρχης τάσης υπήρξε, το δίχως άλλο, όπως υπογραμμίζει ο Βαλέντε, η έλλειψη κατανόησης, η αποσιώπηση και η απουσία βαρύτητας της ύστερης ποίησης του Χιμένεθ στην Ισπανία.

Ο αποκλεισμός αυτός έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε η ποίησή του να παραληφθεί από την ανθολογία Είκοσι χρόνια ισπανικής ποίησης — Veinte años de poesía española,από τις βασικές ανθολογίες εκείνης της εποχής, υπό την επιμέλεια του κριτικού Χοσέ Μαρία Καστεγιέ και δημοσιευμένη τοέξι χρόνια μετά την απονομή του Νομπέλ λογοτεχνίας στον Χιμένεθ.

τσάι από φύλλα βατόμουρου για απώλεια βάρους

Η ανθολογία αναδημοσιεύτηκε συμπληρωμένη το Αιτία της παράλειψης υπήρξε, σύμφωνα με τον ανθολόγο, «η απώλεια της ιστορικής τεκμηρίωσης του περιορισμένου έργου που [ο Χιμένεθ] δημοσίευσε τα τελευταία είκοσι χρόνια». Αυτό που για τη συγκεκριμένη ανθολογία θεωρείται «περιορισμένο δημοσιευμένο έργο» περιλαμβάνει τίτλους τόσο Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος για την ποίηση του αιώνα μας όπως Η Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος εποχή La estación total,Ρομάντζα στο Κόραλ Γκέημπλς και Ζώο του βάθουςγια να μην αναφερθούμε στο ποίημα Χώρος, δημοσιευμένο στην πλήρη του μορφή στο περιοδικό Ισπανική ποίηση Poesía española και στην Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος ποιητική ανθολογία Tercera antolojía poética,η οποία συμπεριελάμβανε σημαντικό μέρος του έργου που ο ποιητής δημιούργησε στην Αμερική.

Όσο για την «απώλεια της ιστορικής τεκμηρίωσης», δικαιολογείται αν αναλογιστούμε τις παραμέτρους ρεαλισμού, στις οποίες βασίζεται τόσο η συγκεκριμένη ανθολογία, όσο και το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης εκείνης της εποχής. Πράγματι, ο ανθολόγος, παραλείποντας τον Χιμένεθ, υπήρξε απόλυτα συνεπής ως προς αυτές τις παραμέτρους, όχι όμως και με την ιστορική αλήθεια.

Περισσότερο κατανοητή γίνεται η κατάσταση της ποίησης στην Ισπανία εκείνων των δεκαετιών διαβάζοντας τον πρόλογο της ανθολογίας. Εκεί, ο συγγραφέας χαρακτηρίζει την ποίηση της παράδοσης του συμβολισμού ως «μη ρεαλιστική και πολύσημη, φορμαλιστική και εστέτ», αναφέροντας μάλιστα το όνομα ενός Μαλλαρμέ, ενός Βαλερύ, ενός Ουγκαρέττι, ενός Έλιοτ ή ενός Μπεν.

Εμπρός σε ένα τέτοιο είδος ποίησης, ο ανθολόγος προτάσσει μια ποίηση «με ξεκάθαρη ανθρωπιστική σημασία, γραμμένη σε γλώσσα στρωτή και καθημερινή». Όντας η κατάσταση της ποίησης στην Ισπανία τόσο ξένη προς την αισθητική καινοτομία που εισηγόταν ο Χιμένεθ, ήταν αναμενόμενο, η σε μια απομονωμένη δίαιτα επιτρέπεται ο καφές και εκτίμηση του ύστερου έργου του να έρχεται κατά κύριο λόγο εκτός των ισπανικών συνόρων.

Ένας από τους ποιητές που συνειδητοποίησε νωρίς και με ιδιαίτερη οξύνοια το βεληνεκές της ύστερης ποίησης του Χιμένεθ υπήρξε ο Οκτάβιο Πας. Υπό την έννοια αυτή, θα ήταν ευχής έργον αν του είχε αφιερώσει και εκείνου, όπως έπραξε με άλλους ποιητές πολύ λιγότερο σημαντικούς για τον ίδιο, κάποιο δοκίμιο, άρθρο ή έστω κάποιο σχετικό σημείωμα.

Ο Μεξικανός ποιητής, αναφερόμενος στον Χιμένεθ και συσχετίζοντάς τον με τον Γέητς, σημειώνει: «αμφότεροι εκκινούν από μια ποίηση πυκνή, η οποία σταδιακά αραιώνει, ώσπου γίνεται διάφανη· αμφότεροι φτάνουν στο γήρας προκειμένου να μάσκα αδυνατίσματος τα καλύτερα ποιήματά τους.

Η πορεία τους προς το θάνατο υπήρξε πορεία προς την ποιητική νεότητα». Στη συνέχεια, αναφερόμενος στο Χώρο, καταλήγει: «Ο Χώρος συνιστά ένα από τα μνημεία της Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος ποιητικής συνείδησης και με το εξέχον αυτό κείμενο κορυφώνεται το ερώτημα που ο μεγάλος τροβαδούρος έθεσε στον Νταρίο ήδη στη νεότητά του». Τη σπουδαιότητα του ύστερου Χιμένεθ για την ισπανόγλωσση ποίηση ο Πας την επικεντρώνει σχεδόν αποκλειστικά στο Χώρο, τον οποίο θεωρεί ένα από τα κορυφαία κείμενα της μοντερνιστικής ποίησης.

jadera αδυνάτισμα μέγ

Για τον Μεξικανό ποιητή, ο Χώρος είναι το μοναδικό έργο ολόκληρης της ισπανικής λογοτεχνίας αυτού του αιώνα συγκρίσιμο, όσον αφορά την ριζοσπαστική κριτική αναθεώρηση της γλώσσας και των εννοιών, με τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας μοντερνιστικής λογοτεχνίας: «Το κριτικό πάθος των Ισπανών» τονίζει ο Πας «δεν είναι ριζοσπαστικό, δεν συνιστά εξέταση της γλωσσικής συνείδησης όπως στις περιπτώσεις του Προυστ και του Τζόυς, του Μπρετόν και του Έλιοτ, του Γιούνγκερ και του Μαγιακόφσκι.

Τώρα θα προσθέσω την Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος αυτή, η οποία δεν είναι άλλη από το ποίημα Χώρος του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ». Η άποψη του Οκτάβιο Πας, η οποία τοποθετεί το Χώρο στον αιώνα μας είναι σωστή και δίκαιη, ωστόσο δημιουργεί προηγούμενο.

Golgotha () (A/M)

Σήμερα, ο εντοπισμός της μοντερνικότητας του ποιητή του Μογέρ αποκλειστικά στο Χώρο θεωρείται σχεδόν κοινός τόπος από μεγάλο μέρος της κριτικής, σαν να επρόκειτο για φαινόμενο απομονωμένο ή για κάποιου είδους θαύμα· θεώρηση που αποκαλύπτει άγνοια ως προς τη δημιουργική πορεία του ποιητή και ως προς τη θέση του Χώρου σε αυτήν.

Ο Χώρος όχι μόνο συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι του βιβλίου στο οποίο συμπεριλαμβάνεται Από την άλλη πλευράαλλά σχετίζεται άμεσα και με το αμέσως επόμενο Ένα ύψωμα μεσημβρινόόπως και —υπό την ευρεία έννοια— με ολόκληρο το ύστερο έργο του Χιμένεθ.

Μάλιστα, κάποια από τα ποιήματα αυτών των δύο βιβλίων συνιστούσαν σε ένα πρώτο στάδιο εδάφια του Χώρου, τα οποία ο ποιητής αργότερα αποφάσισε να μην συμπεριλάβει σε αυτόν και αντιθέτως να τα παρουσιάσει ως ανεξάρτητα ποιήματα. Κατά τρόπο ανάλογο, σημερινά εδάφια του Χώρου υπήρξαν κατά το παρελθόν ανεξάρτητα ποιήματα, τα οποία δε σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν δημοσιευτεί ως τέτοια σε περιοδικά της εποχής.

Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος προκειμένου να ακολουθήσουμε αυτήν την —ομολογουμένως γοητευτική— δημιουργική πορεία, και αν την αναφέραμε, το πράξαμε μονάχα για να τονίσουμε το γεγονός ότι ο Χώρος δεν δύναται να αποκοπεί από το υπόλοιπο έργο του Χιμένεθ ή να αποσυνδεθεί από τα βιβλία που ο ποιητής έγραφε εκείνα τα χρόνια.

Όπως είναι αναμενόμενο, δεν διαθέτουν όλα τα ποιήματα εκείνων των βιβλίων την ποιητική αρτιότητα του Χώρου, το πράττει ωστόσο ικανός αριθμός αυτών. Από την άλλη —και με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να καταδείξω το στοιχείο αυτό—, η αρχή αυτής της δημιουργικής πορείας, της ανανέωσης στην ποίησή του, εντοπίζεται πολύ νωρίτερα στη ζωή και το έργο του ποιητή. Κλειδί για την κατανόηση της σπουδαιότητας και της μοντερνικότητας της ποίησής του δεν συνιστά το έτοςχρονιά της έκδοσης του πρώτου εδαφίου του Χώρου στο Μεξικό, αλλά ήδη τοχρονιά κατά την οποία ο ποιητής ξεκινά τη συγγραφή της Απόλυτης εποχής με τα τραγούδια του νέου φωτός στην Ισπανία.

Ακόμη και τοενθυμούμενος την εμφάνιση στο Μεξικό, τοτης ανθολογίας μοντερνιστικής ισπανόγλωσσης ποίησης με τιτλό Δάφνη Laurelο Οκτάβιο Πας σημειώνει: «Προς το τέλος της μακράς του πορείας, ο Χιμένεθ άλλαξε ρότα και, εκμεταλλευόμενος το δίδαγμα των νεότερων, όπως έπραξε ο αγαπημένος του Γέητς με την ποίηση του Πάουντ, έγραψε κάποια ποιήματα έξοχα.

Για τη Δάφνη επιλέχθηκαν κάποια από τα καλύτερα: «Τυχερό πλάσμα», «Λουλούδι της επιστροφής», «Πιστό πουλί», «Αέναη θέση» και «Τα δέντρα». Ο Πας επισημαίνει την αλλαγή πλεύσης που χάρισε στον Χιμένεθ τον ποιητικό του πλούτο, δεν συνειδητοποιεί ωστόσο πως το σύνολο των ποιημάτων, τα οποία ο ίδιος αναφέρει και με τα οποία περιλαμβάνεται ο Χιμένεθ στην ανθολογία —πλην ενός «Τα δέντρα» —, δεν δημοσιεύτηκαν στην Αμερική «στο τέλος της μακράς του πορείας», παρά στην Ισπανία, στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα.

Το σημαντικό εν προκειμένω είναι πως ο Πας αποκαλύπτει έτσι, άθελά του, ένα θεμελιώδες ζήτημα, καθώς εντοπίζει ξεκάθαρα το σημείο, από το οποίο εκκινεί η τρίτη περίοδος του Χιμένεθ και το οποίο στην πραγματικότητα δεν τοποθετείται στο τέλος της ζωής του ποιητή, παρά σχεδόν στα μισά του βίου του. Και αυτή η ανανέωση στην ποίησή του είναι εξίσου Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος ως προς τον μελλοντικό της αντίκτυπο —αν όχι ακόμη περισσότερο—, με εκείνην του με το Ημερολόγιο ενός ποιητή και η θάλασσα.

Τα χρόνια κατά τα οποία ο Χιμένεθ γράφει την Απόλυτη εποχή, είναι τα χρόνια του θριάμβου του Σουρεαλισμού στην Ευρώπη. Ο Σουρεαλισμός συνιστούσε μια ριζοσπαστική απόπειρα υπέρβασης της αντιπαράθεσης υποκειμένου-αντικειμένου, ό,τι δηλαδή συνιστά αυτό που καλούμε πραγματικότητα.

δεν φαίνεται να χάνει το λίπος του ποδιού

Ομολογουμένως, δεν είναι άλλος ο στόχος και η επίτευξη της ποίησης του Χιμένεθ εκείνη την εποχή, αν και η διαδρομή του προς αυτήν διαφέρει πολύ. Ήδη με την Απόλυτη εποχή, βιβλίο γραμμένο μεταξύ καιπαρατηρείται στο έργο του η έξοδος από τον εαυτό, η ισχυροποίηση της διαφορετικότητας και αυτή του ατόμου μέσα στη διαφορετικότητα, στοιχεία που —όπως και το εγχείρημα του Σουρεαλισμού— επιδιώκουν την υπερνίκηση του παραπάνω δυαδισμού, αυτής της άεναης αντιπαράθεσης μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου.

Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι η Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος διάσταση αυτής της ανανέωσης στην ποίηση του Χιμένεθ, η Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος αποτυπώνεται σε μια νέα διαδικασία απόλυτης ουσιαστικοποίησης και απόλυτης γύμνιας, δεν έγινε κατανοητή τη δεδομένη στιγμή, ούτε όμως και αργότερα, στα μετεμφυλιακά χρόνια.

Ο Χιμένεθ δεν συμπεριέλαβε τη συλλογή Απόλυτη εποχή με τα τραγούδια του νέου φωτός στον τόμο που συγκεντρώνει το ύστερο έργο του.

Ωστόσο, πρόκειται για βιβλίο θεμελιακό, καθώς σε αυτό παρατηρείται στην πραγματικότητα η ανανέωση που θα σημάνει την έναρξη της τρίτης περιόδου της ποίησής του, αυτής που ο ίδιος χαρακτήρισε «επαρκή ή αληθινή».

Εάν οι ιστορικές συγκυρίες, τις οποίες επρόκειτο να ζήσει, ήταν διαφορετικές, ο ποιητής θα τοποθετούσε κατά πάσα πιθανότητα τη συγκεκριμένη συλλογή στις αρχές της τελευταίας περιόδου του, όπως μοιάζει να υποδηλώνει και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής. Ωστόσο, ο Εμφύλιος, βιωμένος εναγώνια πρώτα στη Μαδρίτη και ύστερα μακριά από την Ισπανία, όπως και η κατοπινή αδυναμία επιστροφής στα πάτρια εδάφη, είχαν ως αποτέλεσμα μια παρένθεση ιδιαίτερα βαρύνουσας σημασίας.

Πράγματι, τα χρόνια του Εμφυλίου, τα οποία ο ποιητής πέρασε στο μεγαλύτερο μέρος τους στην Κούβα, δεν υπήρξαν ιδιαίτερα παραγωγικά. Μόνο από τοενόσω ο Χιμένεθ βρίσκεται μαζί με τη σύζυγό του στη Φλόριδα, η ποίηση θα αρχίσει ξανά να τον επισκέπτεται όπως και πριν. Στην Απόλυτη εποχή, η σχέση του ποιητή με την πραγματικότητα βιώνει μια μεταβολή καθοριστική. Ολόκληρη τη συλλογή τη διαπερνά μια βεβαιότητα, η σιγουριά της επίτευξης ενός πράγματος κρίσιμου, της άφιξης σε ένα σημείο, από το οποίο τα πάντα είναι διαφορετικά.

Και ο ποιητής έχει συναίσθηση αυτής της άφιξης και το καταδεικνύει ήδη στο πρώτο ποίημα της συλλογής: «Και έκτοτε πόση γαλήνη!

Χιλιάδες πιστοί συγκεντρώθησαν στους πανηγυρίζοντες ιερούς ναούς της Θεοτόκου, προκειμένου να ασπαστούν την ιερά εικόνα της Θεομήτορος και να προσκυνήσουν το θεοδόχον και ακραιφνέστατον σώμα της Πανάγνου Μητρός του Θεού και των ανθρώπων. Συγκινητική ήταν η προσέλευση των ευσεβών χριστιανών τόσο στην αγρυπνία της προπαραμονής στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Αχιλλίου, όπου ιερούργησε ο σεβασμιότατος μητροπολίτης κ.

Τα χέρια πια δεν απλώνω προς τα έξω. Το άπειρο βρίσκεται εντός. Εγώ είμαι Εκείνη, η Ποίηση, ο Έρωτας, το κέντρο το αναμφίβολο.

Εδώ δεν υπάρχει χώρος για γλώσσα αφηρημένη ή τελεολογικές υποθέσεις. Ολόκληρο το ποιητικό σύμπαν του Χιμένεθ εκπηγάζει από το νέο αυτό κέντρο: «Το τέλος μες στο κέντρο ενυπάρχει, του αιώνιου τη θέση την πιστή. Ανάπαυλα η ψυχή απολαμβάνει: οι δρόμοι βρήκαν λήξη οριστική». Πρόκειται λοιπόν για μια αποκάλυψη μυστικιστικού χαρακτήρα, η οποία οδηγεί τον ποιητή στη συνάντηση —σε αυτό το γυμνό βάθος— με το άπειρο, την απόλυτη Ύπαρξη, αυτό Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος ο ποιητής ονομάζει «Θεό» ή «αθροισμένη συνειδήσηση».

Έτσι, όταν ο Χιμένεθ θα γράψει χρόνια αργότερα το Θεός επιποθούμενος και επιποθών και όντας πλέον ο Θεός για εκείνον «το όνομα των ονομάτων», θα πει με εύγλωττη στρογγυλότητα: «Το θείο ενυπάρχει μέσα μας, στα ίδια τα θνητά σωθικά μας, σαν Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος διαμάντι μες σε μεταλλωρυχείο». Και αυτή η εικόνα του θείου, χωνεμένου στα βάθη του Είναι σαν το διαμάντι, θα αποτελέσει ένα από τα πάγια και ομορφότερα σύμβολα της ποίησής του.

Πρόκειται για ό,τι πιο εσφαλμένο διατυπώθηκε ποτέ για τον ποιητή. Η συνάντηση με την απόλυτη Ύπαρξη στα βάθη της ψυχής είναι παρούσα σε κάθε εκδήλωση μυστικιστική. Παρόλο που στην περίπτωση του Χιμένεθ δεν εντάσσεται σε συγκεκριμένη θρησκευτική ιδεολογία ή πρακτική, παρά σε ό,τι ο ίδιος ορίζει θα μπορούσατε να χάσετε βάρος λόγω του κλάματος «ενδογενή θρησκεία», οι συμπτώσεις και οι αναλογίες της εμπειρίας αυτής στην ποίησή του με τον μυστικισμό της Δύσης και ακόμη περισσότερο με εκείνον της Ανατολής είναι προφανείς.

Όμως ο κάθε μυστικιστικός ποιητής εξέφρασε το Θεό του κατά τρόπο διαφορετικό». Στην Απόλυτη εποχή, ο ποιητής νιώθει ευθύς εξαρχής πως «το άπειρο βρίσκεται εντός». Αυτό το εσωτερικό άπειρο δεν συνιστά εγκλεισμό σε μια εγωκεντρική υποκειμενικότητα, παρά στη γαλήνη εκείνου, του οποίου η αναζήτηση δεν συντελείται απεγνωσμένα στον εξωτερικό κόσμο· εξάλλου, στο τέλος, απώλεια βάρους elvis costello ύστερα από μακρά αναζήτηση, ο ίδιος νιώθει συστατικό στοιχείο του παντός: στο εσωτερικό ενός κέντρου, μεστού νοήματος, που τον περικλείει.

Ωστόσο, ώς την άφιξη του στο σημείο αυτό, η πορεία του ήταν πορεία μέσα από την ξηρασία και το κενό. Στο κατώφλι της δεύτερης περιόδου της ποίησής του, την οποία ο ίδιος ονόμασε «πνευματική», και συγκεκριμένα στα Πνευματικά σονέτα, ο ποιητής δεν νιώθει, παρά μονάχα το απόλυτο Τίποτα απέναντι στον μεθυστικό πλούτο της φύσης, πλούτος από τον οποίο ο ίδιος τότε ακόμη παρέμενε αποκομμένος. Αντιμέτωπος με την εγκατάλειψη που γίνεται αισθητή εμπρός στη φύση, ο ποιητής επιδιώκει την κατάφαση της ζωής, εκκινώντας από τον εαυτό του, την υποκειμενικότητά του, παρόλο που με τον τρόπο αυτό Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος κατορθώνει τίποτε άλλο, από το πιο απόλυτο υπαρξιακό κενό.

Το στήριγμα θα ψάξω στην ψυχή μου. Και —αχ! Εσύ είσαι εσύ, ανθρώπινο εσύ έαρ, και γη και αέρα και φωτιά, τα πάντα, ενώ εγώ είμαι η σκέψη μου μονάχα.

Έτσι αντιμετωπίζει ο Χιμένεθ τη διάσταση υποκειμένου-αντικειμένου και Εγώ-κόσμου, αδυνατώντας να αποτελεσματική διατροφή κατάλληλη για το μενού απώλειας βάρους αυτήν τη δυαδικότητα και να επιστρέψει στην πραγματικότητα την πρότερη ιερή ισχύ της ή στον άνθρωπο τη θέση του μέσα σε αυτήν.

Υπάρχει ένα ποίημα στη συλλογή Πέτρα και ουρανός Piedra y cielo,κατά τι μεταγενέστερο του «Τίποτε», που συνιστά παράδειγμα αυτής της νοσταλγίας του ποιητή για την ομορφιά, την οποία αναζητεί εκτός του εαυτού του και η οποία του διαφεύγει τη στιγμή που φτάνει να την αποκτήσει. Στο περιώνυμο αυτό ποίημα, γράφει: «Πεταλούδα φωτός, η ομορφιά αλαργεύει σαν φτάνω εγώ στο ρόδο της.

66 και πρέπει να χάσουν βάρος

Την μετρώ, την αγγίζω εδώ και εκεί… Στο χέρι μου μονάχα απομένει της φυγής της η μορφή! Έχοντας συναίσθηση του εμβληματικού χαρακτήρα του συγκεκριμένου ποιήματος, ο Χιμένεθ θα κάνει μνεία σε αυτό τριάντα χρόνια αργότερα στη συλλογή Θεός επιποθούμενος και επιποθών, προκειμένου, από ένα παρόν πλέον πλούτου, να αναφερθεί σε εκείνην την ακατάπαυστη νοσταλγία, σε εκείνην την αναζήτηση, η οποία για τόσο καιρό είχε υπάρξει ατελέσφορη.

Μόνο όταν ανακαλύψει ο ποιητής πως η ομορφιά που τόσο καιρό αναζητεί εκτός του εαυτού του βρίσκεται εντός του, στον εσώτατο χώρο που τώρα του αποκαλύπτεται, θα φτάσει στη γαλήνη και δεν «θα απλώνει τα χέρια προς τα έξω», ούτε θα τρέχει, τυφλός, πίσω της.

Η αποκάλυψη αυτής της αλήθειας, του απέραντου εσώτατου χώρου, τον οποίο ο ποιητής ταυτόχρονα νιώθει ως κέντρο της ζωής, είναι καθοριστικής σημασίας για το αίσθημα χαράς και πληρότητας που διακατέχει την τελευταία περίοδο της ποίησής του. Αυτή η συνειδητοποίηση της εσφαλμένης αναζήτησης της ομορφιάς εκτός του εαυτού τη στιγμή που αυτή πάντα υπήρχε εντός, αντηχεί ως παράπονο στον δυτικό μυστικισμό ήδη από τον Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος στο δέκατο κεφάλαιο των Εξομολογήσεών Confesiones του γράφει: «Πόσο άργησα να σε αγαπήσω, Ομορφιά τόσο παλαιά και τόσο νέα, πόσο άργησα!

Εσύ βρισκόσουν νηστεία θεραπεία απώλειας βάρους μου, και εγώ εκτός του ίδιου του εαυτού μου! Εκτός μου σε αναζητούσα: καταγινόμουν, μες στην ασχήμια μου, με τη χάρη των δικών σου πλασμάτων. Εσύ ήσουν μαζί μου και εγώ δεν ήμουν μαζί σου, κρατημένος μακριά σου από πράγματα που δίχως σου δεν θα υπήρχαν».

Η αποκάλυψη του χώρου, του εσώτατου χώρου, φέρνει τον Χιμένεθ σε απόλυτη συμφωνία με τη φύση. Η ύπαρξη του ποιητή, με αφετηρία το νέο αυτό κέντρο, είναι τώρα, περισσότερο από ποτέ, μια ύπαρξη ανοιχτή στον κόσμο. Τίποτε λοιπόν πιο ξένο από το ναρκισσισμό που του επιρρίπτουν. Το απέραντο μυστηριώδες βάθος που ο ποιητής διαισθάνεται εντός του, ως «ιερή πηγή του εαυτού» όπως θα πει αργότερα, το νιώθει με την ίδια ένταση και για την ύπαρξη άλλων πλασμάτων, στα «αιώνια Μόνικα Άνχελ καθώς έχανε βάρος του: το πουλί, το δέντρο, το λουλούδι.